Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Category Archives: ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ

Category Archives: ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ & ΘΕΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΟΜΙΛΙΑΣ ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ)

      
Untitled-1g 
Εκείνη την προγονική κατάρα και καταδίκη προ Χριστού την είχαμε όλοι κοινή και ίδια, χυμένη σε όλους από ένα προπάτορα, σαν να αναπτυσσόταν από τη ρίζα του γένους και να ήταν συνημμένη με τη φύση. Κανείς δεν μπορούσε να κάνει τίποτε απέναντι σε εκείνη τη κοινή κατάρα.
Αλλά ήλθε ο Χριστός ελευθερωτής της φύσεως, που μετέβαλε τη κοινή κατάρα σε κοινή ευλογία, αφού ανέλαβε την ένοχη φύση μας από την ακήρατη Παρθένο και την ένωσε στην υπόστασή του, νέα, χωρίς να έχει μετάσχει σε παλαιό σπέρμα, την κατέστησε αθώα και δικαιωμένη, ώστε και οι γεννώμενοι από αυτόν έπειτα κατά το πνεύμα να μένουν όλοι έξω από τη προγονική εκείνη κατάρα και καταδίκη.

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

5 Φεβ 2014Σταμάτης Σπανουδάκης: "Μέ εὐφραίνει τό «πρίν» τῆς Ἑλλάδας, μέ πληγώνει τό «τώρα», ἀλλά ἐλπίζω στό «αὔριο»"

 


Σταμάτης Σπανουδάκης: "Μέ εὐφραίνει τό «πρίν» τῆς Ἑλλάδας, μέ πληγώνει τό «τώρα», ἀλλά ἐλπίζω στό «αὔριο»"

Γράφει ὁ Σταμάτης Σπανουδάκης
Αὐτές τίς μέρες, προτιμῶ νά "ἀνεβάζω" λίγα λόγια μου, σάν ἕνα διάλειμμα στήν μουσική, ἡ σάν μιά διαφορετική λίγο πιό "κατανοητή", φωνή μου. Ἐλπίζω μόνο νά μήν σᾶς κούρασα. Αὐτό πού μᾶς ἔχει «χαλάσει» σάν λαό εἶναι ὅτι ἀνταλλάξαμε τήν πίστη στόν Χριστό καί τήν πατρίδα, τήν οὐσία δηλαδή τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὡς πρωτόγονοι ἰθαγενεῖς, μέ τά μπιχλιμπίδια τοῦ ὀρθολογισμοῦ καί τῶν παντοειδῶν παγκοσμιοποιημένων φαντασμάτων.  Ἄν μποροῦσα νά μεταφερθῶ σέ κάποια ἐποχή μέ τή μηχανή τοῦ χρόνου θά ἤθελα νά βρεθῶ ἐκεῖ, τή στιγμή πού ὁ Χριστός ἀνεστήθη, μέ τήν κρυφή λαχτάρα, νά ΄μοῦν ὁ ληστής στό πλάι Του.
Μή φοβάστε τίποτα καί κανέναν καί δίνετε λογαριασμό μόνο στόν Χριστό. Τί χρειάζεται νά ’χει στήν «φαρέτρα» τοῦ ἕνας νέος καλλιτέχνης γιά νά κάνει καριέρα στήν Ἑλλάδα; Ταλέντο, ταλέντο καί κυρίως ταλέντο. Ἡ δουλειά ὅμως εἶναι πάντα σημαντική. Ἄν θέλετε κι ἄλλα, ἔρωτας, χωρίς ὅρους καί καθαρή καρδιά. Παλληκαρίσια «ὄχι», ἀλλά καί ἐπίπονα «ναί». Ἀφοσίωση ὁλοκληρωτική καί ἄνευ ὅρων. Ταπείνωση μπροστά σε ὅσα μεγάλα προϋπῆρξαν.
Βιώνουμε τήν πλήρη καί μέ πρόγραμμα καταστροφή τῆς «ψυχῆς» τῆς Ἑλλάδας. Τῆς πίστης, τῆς παλληκαριᾶς, τῆς ἀληθινῆς παιδείας. Ζοῦμε τήν....
χυδαία καί ἄνευ ἐπιχειρημάτων ἄρνηση τοῦ παρελθόντος μας. Καλοῦ καί κακοῦ. Τά παιδιά μας πετιοῦνται σέ ἕναν κόσμο πού γκρεμίζεται, χωρίς νά ἔχουν ὑλικά, γνώσεις καί πίστη γιά νά τόν οἰκοδομήσουν. Ζεῖ Θεός ὅμως.
Θά ἔπρεπε νά μετατραπεῖ ἡ «ἄδεια» σήμερα Βουλή, σέ μιά Μεγάλη του Γένους Σχολή, ὅπου θά ξαναμαθαίναμε σωστά τήν ἱστορία μας, τούς ἥρωές μας, τή γλώσσα μας, τούς Ἀλέξανδρους, ἀλλά καί τούς Ἐφιάλτες μας. Τό μέτρο τοῦ ἄνδρα, τοῦ παλληκαριοῦ καί τοῦ Ἕλληνα γιά μένα εἶναι νά τά βάζεις μέ τούς δυνατούς καί νά προστατεύεις τούς ἀδύνατους. Ὁ Διογένης στή σημερινή Ἑλλάδα θά ἦταν ἀπόλυτα δικαιωμένος.
Εἶμαι ἀνθρωποκεντρικός. Οἱ ἰδεολογίες ποτέ δέν μέ κερδίσανε. Εἶναι ἁπλά ἰδέες καί λόγια. Ἀέρας δηλαδή. Οἱ ἄνθρωποι μέ ἐνδιαφέρουν. Καί ὡς εἰκόνες ἀλλά καί ὡς ὁμοιώσεις. Δέν ὑπάρχει κρίση θεσμῶν. Ὑπάρχει κρίση ψυχῶν. Κάνουν λάθος ὅσοι πιστεύουν ὅτι τό πρόβλημα τῆς χώρας μας, εἶναι οἰκονομικό. Εἶναι πρωτίστως ἠθικό. Ἔχουμε γίνει ἕνας λαός χωρίς πίστη, χωρίς Θεό, χωρίς ἀξίες, χωρίς ἱστορία, χωρίς παρελθόν καί κατά συνέπεια, χωρίς μέλλον. Ὅμως στά δύσκολα εἶναι πού πρέπει νά παλέψεις γονατίζοντας. Καί ἡ βοήθεια πάντα ἔρχεται.
Ποτέ δέν ἔχω γράψει ἐρωτικούς στίχους γιά γυναῖκες. Ὅλοι εἶναι γραμμένοι γιά τόν μεγάλο μου ἔρωτα, τόν Ἰησοῦ Χριστό τόν Ἐσταυρωμένο. «Θέλω νά ΄μαί πάντα μαζί σου», ἔγραψα. Ἐγώ ξέρω τί λέω. Ἀναγνωρίζω ὅμως, τό δικαίωμα τοῦ κάθε ἀκροατῆ μου νά καταλάβει τή μουσική ἤ τούς στίχους μου, ὅπως ἐκεῖνος θέλει. Εἶναι νικημένος ὁ κόσμος στόν ὁποῖο ζοῦμε καί πνέει τά λοίσθια. Νικητές εἴν’ οἱ χαμένοι. Ὅσο γιά τούς ἀρχηγούς καί παράγοντες τοῦ κόσμου τούτου;
«Μοιάζουν νικητές κι εἶναι νικημένοι,
μοιάζουν ζωντανοί κι εἶναι πεθαμένοι».
Πάντα λειτουργῶ παρορμητικά. Ἐξ οὐ καί οἱ κατά καιρούς παρεξηγήσεις τῶν ὅσων λέω ἤ κάνω. Ἀλλά πιστεύω ἀκόμη, ὅτι ἔτσι εἶναι καλύτερα. Ἄν δώσεις προτεραιότητα στή λογική, αὐτό θά γίνει καί στήν τέχνη σου, πράγμα τό ὁποῖο θεωρῶ λάθος. Χαίρομαι καί εἶμαι στό πλευρό ὅποιου ἀντιδρᾶ σ΄ αὐτή τή χυδαία ἐξουσία τοῦ ψεύτικου φόβου. Ὅμως νομίζω ὅτι τώρα πιά, μόνο δύο ἐπιλογές ὑπάρχουν. Ἤ παίρνουμε τά ὅπλα ἤ γονατίζουμε καί προσευχόμαστε. Τό δεύτερο, πολύ πιό δύσκολο καί οὐσιαστικό.
Ἡ μουσική εἶναι γιά μένα ἕνας προσωπικός δρόμος, πού προσπαθῶ νά περπατήσω, ἀνεπηρέαστος ἀπό τίς Σειρῆνες πού πιεστικά μου ζητοῦν νά περπατήσω γιά λίγο στόν δικό τους. Ὁ δρόμος τῆς σύνθεσης εἶναι ἕνας πολύ μοναχικός δρόμος, πού σιγά-σιγά σέ πάει στήν ἀπόλυτη μοναξιά, στήν προσευχή ἤ καί στήν τρέλλα.
Ἡ μουσική εἶναι ὁ τρόπος πού μου ἔδωσε ὁ Θεός γιά νά πορεύομαι καί νά Τόν ὑμνῶ. Εἶναι τό δυνατότερο ναρκωτικό καί μέ πάει σέ μέρη καί σέ αἰσθήματα ἀκατανόητα μέν, μαγικά δέ. Εἶναι τελικά το δῶρο πού μου δόθηκε, ἴσως χωρίς νά τό ἀξίζω. Ὁ καλλιτέχνης πού δέν βλέπει τόν Θεό πίσω ἀπ’ τή μουσική ἤ τήν ἔμπνευση εἶναι γιά μένα τυφλός. Γίνεται φτωχός, ἐνῶ γεννήθηκε πλούσιος.

Ἡ μαγεία τῆς δημιουργίας βρίσκεται στή στιγμή. Τό μόνο πού ζητάει ὁ Θεός εἶναι νά ΄σαί ἐκεῖ. Ἑτοιμοπόλεμος καί ταπεινός. Σκέψου νά «λείπεις» ὅταν σου χτυπάει τήν πόρτα ἡ ἔμπνευση. Ἄν εἶχα τόν χρόνο, θά ἀπέσυρα ὅλους τους δίσκους μου καί θά τούς «διόρθωνα», ὅπως σήμερα νομίζω ὅτι θά ΄πρεπε. Ἀλλά πῶς βγάζεις μουσικές ἀπό τήν καρδιά τῶν ἀνθρώπων; Γιατί ἐκεῖ ἔχει «κατοικήσει» πολλή ἀπό τή μουσική μου καί ἑπομένως δέν μοῦ ἀνήκει πιά. Ἄλλωστε, ἔτσι εἶναι καί τό σωστό. «Τά σά ἐκ τῶν σῶν Σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα».
Ἡ ἀλήθεια πάντα παρεξηγεῖται καί γι’ αὐτό πολεμιέται. Λίγοι θέλουν νά τήν ποῦν, ἀλλά σέ ὅλους ἀρέσει νά τήν ἐπικαλοῦνται. Ἀκόμα πιό λίγοι ἀντέχουν νά τή ζοῦν καί αὐτοί εἶναι «τό ἅλας τῆς γῆς». Σέ μιά σούπα πολύ λίγο εἶναι τό ἁλάτι. Ἀλλά «εἶναι πολύ το λίγο».
Μέ εὐφραίνει τό «πρίν» τῆς Ἑλλάδας, μέ πληγώνει τό «τώρα», ἀλλά ἐλπίζω στό «αὔριο».
Δέ νομίζω νά ὑπάρχει ἀληθινός καλλιτέχνης ἐτυχισμένος. Ἕνα παιδάκι πού προσπαθεῖ νά καταλάβει τόν κόσμο τῶν μεγάλων ἤ νά λύσει τόν γρίφο τῶν παιχνιδιῶν πού ἔχει μπροστά του, δέν χαίρεται μέχρι νά τό καταφέρει.
Δέν αἰσθάνθηκα ποτέ «πνευματικός» ἄνθρωπος. Ἀπέχω ἀκόμα καί ἀπό τό νά εἶμαι σκέτος Ἄνθρωπος. Ὅλος ὁ ἀγώνας ἐκεῖ πρέπει κατ’ ἐμέ νά τείνει. Στό νά βρεῖς τόν ἑαυτό σου, νά τόν ἀγαπήσεις, γιά νά γίνεις τελικά λίγο καλύτερος. Ἔτσι καί μόνο ἔτσι ἴσως βοηθηθοῦν καί κάποιοι ἄλλοι.
Δέν εἶναι δυνατόν νά γεννηθεῖς χωρίς γονεῖς. Ἔτσι βλέπω τό παρελθόν μας. Καί γι’ αὐτό τό σέβομαι καί τ’ ἀγαπάω. Κι ἐκεῖνο μου δίνει πλούσια τα ἐλέη...
Κάθε φορᾶ πού γράφω μιά μελωδία καί νιώθω νά μέ εὐλογοῦν τά δάκρυά Του, αὐτό εἶναι τό μόνο κριτήριο τῆς μουσικῆς μου. Ὅλα τ΄ ἄλλα ἕπονται ἤ καί σᾶς τά χαρίζω. Ὁ ἐρωτευμένος χαρίζει τά πάντα γιά τόν Ἕναν καί περιέργως γίνεται πλουσιότερος.
Θέλω νά παραμείνω παιδί γιά νά μπορῶ νά ἀπορῶ, νά ἀλλάζω, νά παίζω, νά ἐκπλήσσομαι, νά κλαίω χωρίς τύψεις, γελώντας τήν ἑπόμενη στιγμή καί γιά νά αἰσθάνομαι ἐντονώτερη τήν προστασία τοῦ Πατέρα μας. Προτιμῶ νά ἀποφασίζει Ἐκεῖνος. Ξέρει καλύτερα.

Ἡ Ἀριστερά δέν μέ ἐκφράζει. Ὅμως καί ὁ κομμουνιστής μεθάει, πονάει, κλαίει, γελάει, φοβᾶται, ἐρωτεύεται, γεννιέται, πεθαίνει κ.λπ., ἀκριβῶς ὅπως καί ὁ δεξιός, ὁ χούλιγκαν, ὁ ἀναρχικός... Πάντων μέτρον ἄνθρωπος.
Ἡ πολιτική δέν ἔχει τίποτα νά δώσει σ΄ ἕναν καλλιτέχνη. Μόνο νά τόν «φτηνήνει» καί νά τόν «ἐπικαιροποιήσει» γιά κάποια χρόνια. Ἀλλά σέ λάθος ἀντικείμενο καί γιά λάθος λόγους. Ἡ τέχνη δέν μπορεῖ νά βοηθήσει οὔτε τόν ἑαυτό της. Εἶναι ἕνα ἀεράκι, ἕνα ἀπροστάτευτο παιδί, πού περιμένει νά τοῦ ἀφοσιωθεῖς καί νά τ’ ἀγκαλιάσεις.

«Δέν εἶν΄ ὁ θάνατος πού μέ τυραννάει
εἶν΄ ἡ στιγμή πού περνάει καί χάνεται».

Τό ὄνειρο καί ἡ τόλμη εἶναι οἱ κινητήριες δυνάμεις. Τό ὑλικό της δουλειᾶς. Τό δῶρο πού ἡ στιγμή χαρίζει. Ὀνειρεύομαι τό τί θά ἤθελα νά κάνω καί τό τολμῶ. Καί ἄν ἀποτύχω, ξαναπροσπαθῶ. Καί πάλι καί πάλι ὥσπου ἤ νά πετύχω ἤ νά καῶ. Καί τά δύο εἶναι εὐλογημένα. Καί ἡ φωτιά καί ἡ θάλασσα. Θάλασσα εἴν’ ὁ κόσμος. Ἄλλοι πνίγονται, ἄλλοι ἁπλῶς κολυμποῦν κι ἄλλοι φτάνουν ἀπέναντι. Δηλαδή ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου ξεκίνησαν. Στήν ἀκτή. Γιά μιά ἀνάσα, ἕνα διάλειμμα καί «πάλι ἄπ΄ τήν ἀρχή σέ μιά χώρα πού αἱμορραγεῖ». Τελικά μιά «κουβέντα» ἴσως νά εἶναι καί ὅλα ὅσα πραγματικά ἀξίζουν. Ὁ Λόγος πού «σάρξ ἐγένετο», πιστεύω ὅτι τά περικλείει ὅλα. Ὅσα ἦταν καί εἶναι καί θά ΄ρθοῦν.
Καμία δύναμη ἤ ἐξουσία τοῦ κόσμου αὐτοῦ, δέν ἀντικαθιστᾶ τή στιγμή πού ὁ Θεός, μ’ ἕνα «κλείσιμο ματιοῦ» σου χαρίζει τό δῶρο Του.
«Τίποτα δέν περιμένω, τίποτα δέν θέλω. Τό παιχνίδι εἶναι στημένο κι ὅποιος παίζει τό γνωρίζει».
Εἶδα στ΄ ὄνειρό μου τά χαρακτηριστικά, πού πρέπει νά ἔχει ὁ ἡγέτης τῆς Ἑλλάδας:
• Νά ξέρει καί ν΄ ἀγαπάει βαθιά τή χώρα, τήν ἱστορία καί τήν πίστη της.
• Νά μήν ντραπεῖ ποτέ γιά τίς ἰδέες του.
• Νά ξέρει ὅτι ὁ πολιτισμός δέν εἶναι ἀριστερό προνόμιο, ἀλλά ἐθνικό.
• Νά μή φλερτάρει μέ ἄλλους χώρους καί ἰδεολογίες, ἀλλά νά ἔχει τήν δύναμη νά τούς φέρει ὅλους κοντά του μέ τό παράδειγμα, τήν ἀλήθεια καί τό ἔργο του.
• Νά εἶναι «καθαρός» καί χωρίς ἐξαρτήσεις ἀπό τήν ἐκδοτικό-δημοσιογραφική πληγή. Ἀντιθέτως, αὐτοί νά εἶναι πάντα οἱ ἐχθροί του.
• Νά στείλει στίς φυλακές τούς «ὑψηλούς» ἀπατεῶνες, κάθε χρώματος καί κόμματος.
• Νά θεωρεῖ προσωπική του ὑπόθεση τήν τιμή, τά σύνορα καί τήν περηφάνεια τῶν Ἑλλήνων.
• Νά εἶναι παλληκάρι.
• Τέλος, νά μήν εἶναι πολιτικός το ἐπάγγελμα.
Καί μετά ξύπνησα...
Μακάρι νά μποροῦσα νά ξεφύγω ἀπό τόν ἑαυτό μου καί ὅσα «ξέρω». ‘Ωσπου νά τό πετύχω, φοβᾶμαι ὅτι ἡ μουσική μου πάντα θά θυμίζει ἐμένα. Δέν εἶναι ἡ Ἑλληνικότητα. Εἶναι ἡ ἴδια ἡ Ἑλλάδα. Οἱ μόνες ἐπιρροές πού τελικά μετρᾶνε γιά μένα καί γίνονται μ’ ἕνα μαγικό τρόπο μουσική, εἶναι αὐτές πού ἔχω ἀγαπήσει. Δέν ὑπάρχει στήν ἐποχή τῆς παγκοσμοιοποίησης ἐπιτακτικώτερη ἀνάγκη ἀπό τήν προσωπική ἀλήθεια τοῦ καθενός μας.
Ἡ χώρα μας θέλει ἀγωνιστές, θέλει παλληκάρια. Τούς ἐπιθύμησε. Ὅλα ἀξίζουν νά τραγουδηθοῦν, ἀλλά αὐτό πού ζητάει, βογκάει καί πονάει εἶναι ὁ χαμένος παράδεισος.. Ὁ πρωταθλητής ἴσως μετά τά τριάντα του νά ἡσυχάζει κάπως. Ὁ συνθέτης μέχρι νά πεθάνει πρέπει κυρίως νά μαθαίνει ἀλλά καί νά προσπαθεῖ νά τελοιοποιήσει τό ὅποιο ἔργο του. Ξέρει βαθιά μέσα του, πώς χωρίς πολλές θυσίες δέν θά γράψει ποτέ τό μεγάλο ἔργο.
Δέν εἶμαι σεμνός, οὔτε ταπεινός, ἁπλῶς αἰωνίως ὑποκλινόμενος μπροστά στό θρόνο. Τό θρόνο τοῦ Θεοῦ, τῆς μουσικῆς, τῶν οὐρανῶν...

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Ἡ ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν (Λουκ. 6,31-38) Ἀρχιμανδρίτης Ἰωήλ Γιαννακόπουλος

Ἡ ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν (Λουκ. 6,31-38) Ἀρχιμανδρίτης Ἰωήλ Γιαννακόπουλος




(Ματθ. 5,43—48. Λουκᾶ 6,27—28. 31-40.)


Εἰς τὸ περὶ ἀνεξικακίας προηγούμενον θέμα ἀνέβημεν εἰς τὴν κορυφὴν τῆς ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου. Ἤδη ὅμως διὰ τῆς ἀγάπης τῶν ἐχθρῶν θὰ ἀνέλθωμεν εἰς τὴν κορυφὴν τῆς κορυφῆς τῆς ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου. Ἂς ἴδωμεν.

Ὁ Κύριος συμπληρῶν τὸν Ἑβραϊκὸν νόμον περὶ ἀγάπης λέγει: «Ἠκούσατε, ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις˙ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου καὶ μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου». Τὸ «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου» ἀναφέρεται εἰς τὸ Λευϊτ. 19,18. Τὸ δὲ «μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου» εἶναι ἐντολὴ τῶν Γραμματέων. Μὲ τὴν λέξιν πλησίον ὁ Ἑβραϊκὸς νόμος ἐννοεῖ τὸν Ἑβραῖον. Οἱ Γραμματεῖς ὅμως ἐζήτουν ἐξ αὐτοῦ τὸ «μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου» παρὰ τὸν νόμον, διότι ὁ νόμος διέτασσε τὴν ἀγάπην τῶν ἐχθρῶν Ἐξοδ, 23.4. Εἰς τὴν ἐθνικιστικὴν καὶ διεστραμμένην ἑρμηνείαν ταύτην τῶν Γραμματέων ὁ Κύριος προσφέρει τὴν γενικὴν πανανθρωπίνην ἀγάπην τῶν ἐχθρῶν διὰ λόγων, ἔργων καὶ προσευχῆς θέτων ὡς παράδειγμα τὴν πανανθρώπινην ἀγάπην τοῦ Θεοῦ ὡς ἑξῆς:

«Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, καλῶς ποιεῖτε τοὺς μισοῦντας ὑμᾶς, προσεύχεσθε ὑπὲρ ἐπηρεαζόντων καὶ διωκόντων ὑμᾶς καὶ εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς». Ὁ Κύριος δικαιολογῶν τὴν ἀγάπην ταύτην λέγει χαρακτηριστικῶς: «Ἐὰν ἀγαπήσητε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, τίνα μισθὸν ἔχετε; ποία ὑμῖν χάρις;» ποία ἡ ὀμορφιά σας; «Οὐχὶ οἱ τελῶναι (οἱ ὁποῖοι πιέζοντες εἰς φορολογίας τὸν περιούσιον λαὸν τοῦ Θεοῦ, τὸν Ἑβραϊκόν, χάριν ξένων κατακτητῶν, ἦσαν μισητοὶ εἰς τοὺς Ἑβραίους) οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι; Ἐὰν ἀσπάσησθε (χαιρετίσητε) τοὺς ἀδελφοὺς ὑμῶν μόνον, τί περισσὸν ποιεῖτε»; Τί περισσότερον ἀπὸ τοὺς τελώνας καὶ ἀμετανόητους κάμνετε; «Οὐχὶ οἱ ἐθνικοί,» οἱ εἰδωλολάτραι «τὸ αὐτὸ ποιοῦσι; Ἐὰν δανείζητε παρ’ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν, ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα» — τὰ δανεισθέντα ἤ ἄλλα δάνεια καὶ αὐτοὶ ἐν ἀνάγκῃ— «Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες»—ἤτοι οὐδόλως ἀπελπίζοντες τοὺς ἐχθρούς σας, ἀρνούμενοι τὸ δάνειον πρὸς αὐτούς, οὐδὲ σεῖς ἀπελπιζόμενοι ἂν τὸ δανεισθὲν χάσητε—«καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς καὶ ἔσεσθε υἱοὶ Ὑψίστου, τοῦ Πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς, ὅτι τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους» καὶ οὕτω ὁ Θεὸς «χρηστὸς ἐστιν ἐπὶ ἀχαρίστους καὶ πονηρούς». Λέγων ὁ Κύριος, ὅτι ὁ Πατὴρ Του βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους δηλοῖ, ὅτι ὕψιστον ἀγαθὸν δὲν εἶναι μόνον τὸ θέλημά Του, ἀλλὰ φέρει καὶ παραστατικώτατον παράδειγμα τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος βρέχει καὶ φωτίζει ὅλους τούς ἀνθρώπους. Σοφὸν τὸ σαφές.

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Tα δυσάρεστα μπορούν να γίνουν αφορμή για να λατρέψετε τον Θεό

Tα δυσάρεστα μπορούν να γίνουν αφορμή για να λατρέψετε τον Θεό

"Είναι μεγάλη τέχνη να τα καταφέρετε να αγιασθεί η ψυχή σας. Παντού μπορεί ν' αγιάσει κανείς. Και στην Ομόνοια μπορεί ν' αγιάσει, αν το θέλει. Στην εργασία σας, όποια και να είναι, μπορείτε να γίνετε άγιοι. Με την πραότητα, την υπομονή, την αγάπη. Να βάζετε κάθε μέρα νέα σειρά, νέα διάθεση, με ενθουσιασμό και αγάπη, προσευχή και σιωπή. Όχι να έχετε άγχος και να σας πονάει το στήθος.
Να εργάζεσθε με εγρήγορση, απλά, απαλά, χωρίς αγωνία, με χαρά κι αγαλλίαση, με αγαθή διάθεση. Τότε έρχεται η θεία χάρις.
Όλα τα δυσάρεστα, που μένουν μέσα στην ψυχή σας και φέρνουν άγχος, μπορούν να γίνουν αφορμή για τη λατρεία του Θεού και να παύσουν να σας καταπονούν. Να έχετε εμπιστοσύνη στον Θεό.
Δεν είναι ανάγκη να προσπαθείτε και να σφίγγεσθε. Όλη σας η προσπάθεια να είναι ν' ατενίσετε το Φως, να κατακτήσετε το Φως. Έτσι, αντί να δίδεσθε στη στενοχώρια, που δεν είναι του Πνεύματος του Θεού, να δίδεσθε στη δοξολογία του Θεού.
Η στενοχώρια δείχνει ότι δεν εμπιστευόμαστε τη ζωή μας στον Χριστό.

Ο λεπτός τρόπος

Ο λεπτός τρόπος
“Να είμαστε ζηλωτές. Ζηλωτής είναι εκείνος που αγαπάει ολόψυχα τον Χριστό και στο όνομά Του διακονεί τον άνθρωπο. Αγάπη στον Θεό και στους ανθρώπους, αυτό είναι ζευγάρι, δεν χωρίζει. Πάθος, πόθος, δάκρυα, με κατάνυξη, όχι σκόπιμα. Όλα από καρδιά! Ο φανατισμός δεν έχει σχέση με τον Χριστό. Να είσαι χριστιανός αληθινός. Τότε κανένα δεν θα παρεξηγείς, αλλά “η αγάπη σου πάντα θα στέγει”. Και στον αλλόθρησκο, χριστιανός. Δηλαδή να τον τιμάεις, άσχετα με τη θρησκεία του, με έναν ευγενικό τρόπο. Μπορείς να περιποιηθείς έναν οθωμανό, όταν έχει ανάγκη, να του μιλήσεις, ν΄αναστραφείς μαζί του. Να υπάρχει σεβασμός της ελευθερίας του άλλου. Όπως ο Χριστός ίσταται επί την θύραν και κρούει, χωρίς να την παραβιάζει, αλλά περιμένει την ψυχή μόνη της κι ελεύθερα να Τον δεχτεί, έτσι κι εμείς να στεκόμαστε μπροστά στην κάθε ψυχή. Στην ιεραποστολική προσπάθεια να υπάρχει λεπτός τρόπος, ώστε οι ψυχές να δέχονται ό,τι προσφέρουμε -λόγια, βιβλία- χωρίς ν΄ αντιδρούν. Και κάτι ακόμη. Λίγα λόγια. Τα λόγια ηχούν στ΄ αυτιά και εκνευρίζουν πολλές φορές. Η προσευχή και η ζωή έχουν απήχηση. Η ζωή συγκινεί, αναγεννά και αλλοιώνει, ενώ τα λόγια μένουν άκαρπα. Η καλύτερη ιεραποστολή γίνεται με το καλό μας παράδειγμα, την αγάπη μας, την πραότητά μας. Στις συζητήσεις, λίγα λόγια για τη θρησκεία και θα νικήσετε. Αφήστε εκείνον που έχει άλλη γνώμη να ξεσπάσει, να πει, να πει… Να αισθανθεί ότι έχει να κάνει μ΄έναν ήρεμο άνθρωπο. Να επιδράσετε με την καλοσύνη σας και την προσευχή σας κι έπειτα του μιλάτε λίγο. Δεν κάνετε τίποτε, αν τα πείτε έντονα, αν του πείτε, παραδείγματος χάριν, “είπες ψέμα!”. Και τι θα βγεί; Είστε “ως πρόβατα εν μέσω λύκων”

Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

ΚΟΛΑΣΗ

Κόλαση



Από OrthodoxWiki


Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Κόλαση αποκαλείται η πνευματική κατάσταση, που οδηγείται ο άνθρωπος εκουσίως, λόγω της άρνησης μετοχής του στη σωτήριο χάρη του Αγίου Πνεύματος. Η κόλαση, αντίθετα από τη δυτική παράδοση, στην ορθόδοξη θεολογία δεν είναι τόπος ή μέρος ετοιμασμένο από το Θεό για την καταδίκη του ανθρώπου, αλλά μια βιωματική κατάσταση, στην οποία εισέρχεται ο άνθρωπος με βάση την προετοιμασία από τον εγκόσμιο βίο του.

Πίνακας περιεχομένων

 [απόκρυψη] 

Η αλλοίωση της ορθόδοξης αποστολικής, πατερικής θεολογίας

Η κόλαση, ως θεολογικό ζητούμενο, είναι ένα θεμελιώδες ζήτημα στην ορθόδοξη θεολογία. Μάλιστα στην παράδοσή μας πολλές φορές διατηρούνται παραστάσεις της δυτικής θεολογικής προσέγγισης της έννοιας της κολάσεως όπως αυτή θεμελιώθηκε από το σχολαστικισμό. Κατ' αυτή την προσέγγιση, η κόλαση και ο παράδεισος είναι δύο ξεχωριστοί τόποι, όπου οι κολασμένοι με αρχηγό το διάβολο βρίσκονται σε κάποιου είδους φυλακή, σ' ένα κτιστό τόπο βασάνων και οδυνών απ' όπου απουσιάζει ο Θεός[1], μια εκδοχή που κατά την ορθόδοξη θεολογία είναι ειδωλολατρική και συνάμα οδηγεί σε αποκλίσεις στη διδασκαλία και τη ζωή των χριστιανών..."[ώστε να μην] είναι φίλοι και κοινωνοί του Θεού"[2]. Έτσι, κατά τους σχολαστικούς, η κόλαση είναι τόπος τιμωρίας και αποτελεί ένα ετοιμασμένο από το Θεό μέρος για την καταδίκη των αμαρτωλών. Επίσης είναι τόπος απουσίας του Θεού ή της οράσεως της Θείας Ουσίας, ενώ οι Ρωμαιοκαθολικοί εισήγαγαν και την έννοια της κτιστής κολάσεως, με την καθιέρωση του καθαρτηρίου πυρός, κατά την οποία η κόλαση για μερικούς πιστούς δεν είναι αιώνια, αφού ο Θεός αποκαταστά εν τέλη μέσω του καθαρτηρίου, τους αμαρτωλούς.
Είναι πραγματικότητα πως από τον Αυγουστίνο και μετά, οι διαφορετικές θεολογικές προϋποθέσεις και ιδίως "η θεώρηση υπό το νομικό πρίσμα της αμοιβής και της τιμωρίας"[3] οδήγησαν "στην αναγκαιότητα του καθαρτηρίου πυρός"[4]. Στην ουσία του, το δόγμα αυτό προέβαλε την αποπληρωμή των αμαρτημάτων των ψυχών και μάλιστα με τιμωρία που θα συνέβαινε καίγοντας τους κολασμένους με κτιστό πυρ. Χαρακτηριστικές είναι οι εκφράσεις άλλωστε του ιερού Αυγουστίνου στο έργο του "Πολιτεία του Θεού", όπου περιγράφονται παραστάσεις διαρκούς πυρ, εκμηδενισμού των σωμάτων, σκωλήκων που κατατρώγουν τις σάρκες κολασμένων[5]. Στην ανατολή όμως αυτές οι νομικές παραστάσεις δεν υπήρξαν, η θεραπευτική μέθοδος με τη μέθεξη του Θεού, την κοινωνικότητα, την αγάπη αν και οδήγησαν σε μία άλλη θεολογούμενη οδό, της Αποκατάστασης των πάντων, κατανόησε αυτό το βιβλικό πυρ, ως πυρ άκτιστο και τελικά ως μία βιωματική κατάσταση που προκύπτει αποκλειστικά από τη στάση του ανθρώπου και όχι ως μία δικαιική τιμωρία[6].
Έτσι πρέπει να γίνει κατανοητό πως στην πατερική θεολογία "όλες οι εικονικές παραστάσεις για τον παράδεισο και την κόλαση δεν αναφέρονται διόλου σε μια στατική μέση κατάσταση και σε μία φάση, όπου απονέμονται οι αμοιβές και οι τιμωρίες. Οτιδήποτε λέγεται για το θάνατο, τόπους παραδείσου και κόλασης, ανάσταση νεκρών, κρίση και δοξασμένη ζωή των φίλων και των αγίων του Θεού εντάσσεται στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της θείας ζωαρχικής δόξας...Πρόκειται για ανεπίτρεπτο και κωμικό σχολαστικισμό, αντίθετο προς τις πηγές μας, αν επιχειρούσαμε να καθορίσουμε τι ακριβώς ζει μετά θάνατον και τι δεν ζει! Τα πάντα και όλα τα όντα κινούνται και ζουν στους κόλπους της ζωαρχικής Τριάδας"[7]. Τελικώς "όσα γράφονται σε δογματικά εγχειρίδια και άλλες μελέτες για τη μέση κατάσταση των ψυχών, για εσχατολογική αναμονή και άλλα παρόμοια, με τρόπο που θυμίζει ειδωλολατρικό κόσμο και δαντική θεία κωμωδία, δεν αντέχουν σε σοβαρή επιστημονική κριτική βάσει των κειμένων μας, και ούτε δίνουν συμβολικά και εικονικά το περιεχόμενο του μυστηρίου της κοινωνίας "ζώντων και τεθνεώτων""[8].
Επίσης "δεν πρέπει να λαμβάνονται κατά κυριολεξίαν" εκφράσεις που χρησιμοποίησε ο Κύριος ή οι ιεροί συγγραφείς για να περιγράψουν τον τόπο της κολάσεως. Αυτές οι εικόνες αποτελούν ανθρωπομορφικές και μεταφορικές εκφράσεις οι οποίες είναι σύμφωνες προς τις σχετικές παραστάσεις της αρχαιότητας όπου σύμφωνα με τις γεωκεντρικές αντιλήψεις της κοσμολογίας, η γη βρισκόταν στο μέσο, ο ουρανός υπεράνω αυτής, και ο Άδης στα υποχθόνια[9].

Η κόλαση στην ορθόδοξη παράδοση

Στα ευαγγέλια γίνεται συχνή αναφορά στη κόλαση, από τον Κύριο Ιησού Χριστό. Για την ορθόδοξη θεώρηση όμως η περιγραφή της καταστάσεως, ως πυρ, αφορά μια πνευματική κατάσταση βιώσεως των ανθρώπων, μετά τη Δευτέρα Παρουσία. Γι αυτό και μέσα από την Ορθόδοξη παράδοση και θεολογία "καταλαβαίνει κανείς εύκολα ότι η κολασμένη ζωή δεν είναι μία ιδιαίτερη κατάσταση που επιβάλλει βάσει ενός νόμου ο Θεός και μάλιστα σε μία φυλακή κτιστών βασάνων", αλλά η αίσθηση του Θεού από την πλευρά τους ως "τιμωρό και εχθρικό"[10].
Έτσι στην ορθόδοξη θεολογία η κόλαση είναι μια διαφορετική κατάσταση από τον παράδεισο, που όμως προκύπτει από την ίδια άκτιστη πηγή και βιώνεται ως διαφορετική εμπειρία. Γι αυτό στην ορθόδοξη εκκλησία "η ζωή και η αθανασία δεν έχουν πια σχέση με αμοιβές και τιμωρίες...αλλά ερμηνεύονται ως υψηλά επιτεύγματα, ως διαρκής πορεία...στο θείο φως. Παράδεισος και Κόλαση δεν είναι δύο τόποι ξεχωριστοί"[11]. Η εμπειρία αυτή είναι είναι η όραση του Θεού, μέσα στο άκτιστο της θεότητάς του, όπως θα καθοράται μετά τη δευτέρα και ένδοξη παρουσία του. Έτσι παράδεισος και κόλαση, είναι η ίδια πραγματικότητα, βιούμενη με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα την προετοιμασία της ψυχής στον εγκόσμιο βίο. Γι αυτό και δεν είναι τόπος "δίκης" για τον αμαρτωλό αλλά η δυνατότητα θέασης και βίωσης της μακαριότητας του Θεού, με βάση την καθαρότητα της "καρδιάς" του ανθρώπου, η οποία μέσω της εκκλησίας θεραπεύεται και οδηγείται στην εν Χριστώ τελείωση και το φωτισμό, με τη συνεργό χάρη του Παναγίου Πνεύματος. Θα λέγαμε πως στην ορθόδοξη πατερική παράδοση η κόλαση δεν έχει καμία σχέση με τιμωρία, αφού ακόμα και αν πολλές φορές "διατηρούνται τέτοιες παραστάσεις...καθίσταται αμεθεξία και ακοινωνησία μεταξύ Θεού και κολασμένων και μεταξύ αυτών των ιδίων που έχουν στερηθεί τη μέθεξη στη χάρη του Θεού"[12], που προκύπτει από τη βουλητική στάση του ανθρώπου[13].
"Η κόλαση είναι αστοχία και αποτυχία στην κίνηση του ανθρώπου να ξεπεράσει την κακή αλλοίωση, να νικήσει το μηδέν, το μη όν και να καρπωθεί το είναι. Συνάμα ο κολασμένος έχοντας άτρεπτη την ύπαρξή του στη στασιμότητα, εξαιτίας σκλήρυνσης και αμετανοησίας, φλέγεται από επιθυμία που δε μπορεί να ικανοποιηθεί, αφού δεν υπάρχει αντικείμενό της"[14]. Ταυτόχρονα αποβαίνει "τέλεια ακοινωνησία και τέλεια αφιλία"[15]. Όπως υπομνηματίζει και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός στο "Διάλογο κατά Μανιχαίων" κόλαση "δεν είναι τίποτα άλλο παρά φλόγα που επιθυμεί την κακία και την αμαρτία και φλόγα που αστοχεί στην επιθυμία...επειδή λοιπόν επιθυμούν και δεν έχουν τα αντικείμενα της επιθυμίας καταφλέγονται σα φωτιά από την επιθυμία"[16], τη στιγμή μάλιστα που "ο Θεός δεν αρνείται τη μετάνοια μετά το θάνατο...γιατί δεν μπορεί να "αρνηθεί" τον εαυτό του, αλλά...η ψυχή μετά το θάνατο δεν τρέπεται, [αφού] σκληραίνει στις αχτίδες της θείας δόξας όπως ο πηλός"[17]. Έτσι η πνευματική μετοχή στην κόλαση, αποβαίνει κατεξοχήν ζήτημα του πιστού. Στην παραβολή του πλουσίου με τον Λάζαρο[18], διαφαίνεται, πως ο πλούσιος αρνείται την προσφερόμενη από το θεό σωτηρία, δηλαδή βλασφημεί κατά του Αγίου Πνεύματος και οδηγείται σε κόλαση, από όπου δύναται να δει την ίδια πραγματικότητα με το Λάζαρο, δηλαδή και τον παράδεισο και την κόλαση, αλλά αδυνατεί να βιώσει τον παράδεισο. Αυτό διότι οι κολασμένοι, λόγω πώρωσης[19] και μη καθαρότητας της καρδίας των, δύναται να δουν ως σωτηρία μόνο το πυρ (άκτιστο), διότι η κατάστασή τους, αδυνατεί να δεχθεί άλλη μορφή σωτηρίας. Έτσι και αυτοί φτάνουν στην τελείωση, αλλά μόνο οι δίκαιοι τελειούνται σωζόμενοι (δηλαδή ως ακέραια εικόνα του Θεού), καθώς για τους υπολοίπους, η σωτήρια είναι η κόλαση, εξαιτίας ότι εν ζωή επεδίωξαν μόνο την ευδαιμονία. Δίκαιοι λοιπόν και άδικοι περνούν από το πυρ της Θείας παρουσίας, αλλά οι μεν περνούν "αλώβητοι", οι δε "καιόμενοι", όπως ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός (τέλη 11ου - αρχές 12ου αι.) παρατηρεί.
Χαρακτηριστική επίσης είναι και η διδασκαλία του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή, που μέσω των συγγραμμάτων διαφαίνεται πως "ο Θεός δεν κλείνει καμία πόρτα, ούτε υπάρχει αναγκαιότητα ενός νόμου, στον οποίο υπόκειται και τον οποίο πρέπει να εφαρμόσει ο Θεός. Και η αντίληψη αυτή, ότι ο Θεός υπόκειται σε ένα νόμο μίας δικαιοσύνης, κατά τα μέτρα μίας νοσηρής «κοινωνικότητας» των ανθρώπων είναι πέρα για πέρα ειδωλολατρική"[20]. Τελικά γίνεται αντιληπτό, πως ο Θεός δεν είναι τιμωρός και η κόλαση δεν είναι ο ετοιμασμένος τόπος καταδίκης των αμαρτωλών, αλλά ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος με τη στάση του, για την πορεία που θα ακολουθήσει και τρόπο που θα βιώσει και θα θεωρήσει τον ίδιο τον Θεό, εν ημέρα κρίσεως. Αντίστοιχα πρέπει ο ορθόδοξος να αντιληφθεί πως το μυστήριο της κολάσεως βιώνεται και μέσα στον κόσμο, μέσω της μυστηριακής ζωής της εκκλησίας και ιδιαιτέρως της Θείας Ευχαριστίας, που η κατάλληλη προετοιμασία οδηγεί σε αξιότητα μετοχής των αχράντων μυστηρίων, ενώ πυρ εσωτερικό αποβαίνει, για τον αναξίως μετέχοντα. Εν τέλη κόλαση είναι μια κατάσταση άκτιστη, αδύνατο να νοηθεί από τη ανθρώπινη αίσθηση. Παρόλη την αντίθετη οπτική γωνία της δυτικής θεολογίας, περί κτιστού και ότι ο μετέχων της κολάσεως δε θα δύναται να ορά τον Θεό, ο ορθόδοξη θεολογία μένοντας πιστή στη Γραφή, ισχυρίζεται πως όλοι (και οι κολασμένοι) "θέλουν δε θέλουν στην αγκαλιά του Θεού βρίσκονται, αλλά «χάσμα μέγα εστήρικται» μεταξύ του Θεού και αυτών των ιδίων ώστε να μην μπορούν να δουν τη δόξα του"[21], όπως στην παραβολή του πλουσίου με τον Λάζαρο περιγράφεται, δηλαδή μη μετέχοντας στην μακαριότητα την οποία προετοιμάστηκε ο άνθρωπος να ζήσει.

Οι πατέρες της εκκλησίας περί κολάσεως

Ο Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος αναφέρει πως κόλαση είναι ακοινωνησία:
"...και ουκ εστί πρόσωπον προς πρόσωπον θεάσασθαι τινά, αλλά το πρόσωπον εκάστου προς τον έτερον νώτον κεκόλληται"[22].
Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός μας αναφέρει πως δεν είναι ο Θεός αυτός που κολάζει και πως κόλαση είναι αμεθεξία και αδυναμία εκπλήρωσης των παθών του ανθρώπου:
"Και τούτο ειδέναι δει, ότι ο Θεός ου κολάζει τινά εν τω μελλόντι αλλ' έκαστος εαυτόν δεκτικόν ποιεί της μετοχής του Θεού. Εστίν η μεν μετοχή του Θεού τρυφή, η δε αμεθεξία αυτού κόλασις"[23].
"...οι δε αμαρτωλοί ποθούντες την αμαρτίαν και μη έχοντες τας ύλας της αμαρτίας, ως υπό πυρός και σκώληκος κατεσθιόμενοι κολάζονται μηδεμίαν παρηγορίαν έχοντες, Τι γαρ εστί κόλασις ει η του ποθουμένου η στέρησις"[24].
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μιλώντας περί ενεργειών του Θεού μας τονίζει, στη διαλεκτική αντιπαράθεση κατά των σχολαστικών, πως κόλαση δεν είναι κτιστό (υλικό) πυρ, αλλά άκτιστο (δηλ. οτιδήποτε ανόμοιο με την κτίση και την ύλη) πυρ
"Ούτος, φησί, βαπτίσει υμάς εν Πνεύματι Αγίω και πυρί· τω φωτιστικώ δηλονότι και κολαστικώ, κατ’ αξίαν εκάστου της εαυτού διαθέσεως κομιζομένου το κατάλληλον"[25].

Το περί "Αποκατάστασης των πάντων" ζήτημα

Η Κόλαση για τους χριστιανούς είναι μια πραγματικότητα[26], παρά τις πεποιθήσεις που κατά καιρούς έχουν παρουσιαστεί ότι κάτι τέτοιο είναι ασυμβίβαστο με την πίστη σ' ένα Θεό που αγαπά. Αντίθετα, μια τέτοια αντίληψη θα αποτελούσε σύγχυση, αφού έτσι παραβλέπεται η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου και το δικαίωμά του να απορρίψει τον θεό. Αρνούμενοι την Κόλαση, οι άνθρωποι αρνούνται την ελευθερία τους και το δικαίωμα της ελεύθερης βούλησης, σύμφωνα με το οποίο ο Θεός δεν μας υποχρεώνει να Τον αγαπάμε, επειδή η αγάπη δεν είναι αγάπη αν δεν είναι ελεύθερη. Για τον λόγο αυτό, η κόλαση δεν είναι ένας "τόπος" όπου ο Θεός φυλακίζει τους ανθρώπους, αλλά μια βιωματική κατάσταση στην οποία οι άνθρωποι επιλέγουν ελεύθερα να "φυλακίσουν" τον εαυτό τους. Η "φυλακή" αυτή, είναι το βίωμα το οποίο απορρέει από την άρνηση προς τον Θεό.
Είναι λοιπόν αιρετικό να διδάσκουμε ότι όλοι είναι υποχρεωμένοι να σωθούν, επειδή με κάτι τέτοιο αρνούμαστε την ελεύθερη βούληση που διαθέτει ο άνθρωπος. Θεμιτό όμως είναι να ελπίζουμε πως όλοι ίσως σωθούν καθώς αυτό είναι και το θέλημα του Θεού: "πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν" (Α΄ Τιμ. 2,4). Σε αυτό συμφωνούν και οι Πατέρες της Εκκλησίας· Ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός ερμηνεύει: "Ου μόνον Χριστιανούς, αλλά και Έλληνας και αιρετικούς. Μη τοίνυν φοβηθής υπερεύξασθαι των απίστων τω γαρ Θεω τούτο δοκεί, ος θέλει και τούτους σωθήναι". Και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος: ""Ει πάντας Αυτός ηθέλησε σωθήναι, θέλε και σύ"[27].
Κάποιοι σημαντικοί πατέρες της Εκκλησίας, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις αναφέρθηκαν στην τελική δυνατότητα όλων να συμφιλιωθούν με τον Θεό. Πρόκειται, σύμφωνα με τον δογματολόγο Νικόλαο Ματσούκα, για ένα θεολογούμενο (διδασκαλία χωρίς ομοφωνία και χωρίς ισχύ δόγματος) το οποίο ονομάστηκε "Αποκατάσταση των πάντων", μια διδασκαλία που την εκπροσωπούν ο Ωριγένης, ο Γρηγόριος Νύσσης και ο Μάξιμος Ομολογητής[28]. Είναι μια διδασκαλία "αξιοπρόσεχτη, από ορθόδοξη άποψη, μόνο για τις θεολογικές και σωτηριολογικές προϋποθέσεις, και όχι για την ίδια την άποψη του θεολογουμένου" αφού σε αντίθεση με το νομικό πνεύμα της Δύσης, παρουσιάζει με τρόπο εμφαντικό την ορθόδοξη αντίληψη περί ιαματικής σωτηρίας[29].


Βλέπε κύριο λήμμα Αποκατάσταση των πάντων

Περί Άδου και κατάστασης των νεκρών στην Παλαιά Διαθήκη

Μία από τις σημαντικότερες παραστάσεις της Ορθόδοξης αγιογραφίας, αλλά και μια από τις σημαντικότερες στιγμές της Αγιογραφικής παραδόσεως, αποτελεί η εις Άδου κάθοδος του Κυρίου. Ο Ιησούς Χριστός, κατά τη στιγμή του θανάτου Του, και ενώ η ψυχή ενωμένη με τη θεότητα έχει αποχωρισθεί το σώμα (το οποίο και αυτό παραμένει ενωμένο με τη θεότητα), κατεβαίνει στον Άδη, για να συναντήσει όσους μέχρι στη στιγμή εκείνη γνώρισαν τον θάνατο.
Κατά την Ορθόδοξη παράδοση ο Άδης αυτός, δεν ταυτίζεται με τον Άδη της Καινής Διαθήκης, δηλαδή την κόλαση την οποία θα βιώσουν οι αμετανόητοι. Ο Άδης αυτός αποτελεί μια κατάσταση πνευματικής μορφής που βίωσαν οι τεθνεώτες με βάση την ηθική τους συμπεριφορά και τη θρησκευτική τους κατάσταση. Έτσι και δεν επιτρέπεται να σκεφτόμαστε τον Άδη αυτό ως τόπο βασάνου, όπου οι δίκαιοι προφήτες και άνθρωποι της Παλαιάς Διαθήκης βρίσκονταν στο ίδιο "μέρος" με τους αμετανόητους αμαρτωλούς[30]. Ο Ιησούς κατέβηκε στον Άδη, εκεί όπου βρίσκονταν οι δίκαιοι -και όπου προ αυτού κατήλθε ο Ιωάννης ο Πρόδρομος- εξού και αποτελούσε ένα "τόπο αγωνίας θανάτου" και όχι τόπο βασάνου.
Η αδυναμία της ανθρώπινης ψυχής να λυτρωθεί (στην Παλαιά Διαθήκη), προέκυψε από μία οντολογική αδυναμία του ανθρώπου. Αυτή προήλθε από την πτώση και ανέμενε την επίλυσή της από την ενσάρκωση του Λόγου, καθώς η θεία φύση θα ενωνόταν με την ανθρώπινη. Εξ αιτίας αυτής της αδυναμίας κατέβηκαν όλοι οι προ Χριστού άνθρωποι στον Άδη. Δηλαδή στο βασίλειο της οντολογικής φθοράς του άρχοντος του θανάτου[31]. Οι άνθρωποι έτσι βρέθηκαν υπό την εξουσία του Διαβόλου ακουσίως και όχι λόγω ασέβειας ή αδικίας[32]. Αυτός ήταν ο Άδης που κατέβηκε ο Ιησούς Χριστός για να συνθλίψει το κράτος του θανάτου

Σάββατο 17 Αυγούστου 2013

Η σχέση Αγίας Γραφής και αποκάλυψης του Θεού Σεβ. Ναυπάκτου Ιεροθέου Βλάχου





Όταν λέμε Αγία Γραφή εννοούμε τα κείμενα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης που εγράφησαν από τους Προφήτες, Ευαγγελιστές και Αποστόλους. Όπως γνωρίζουμε η δημιουργία του Κανόνος της Καινής Διαθήκης, που ιδιαίτερα μας απασχολεί, έχει μια μακρά ιστορία. Τα κείμενα της Καινής Διαθήκης είναι κείμενα περιστασιακά, εγράφησαν σε διαφόρους καιρούς και για έναν ορισμένο σκοπό. Το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο προοριζόταν για τους τελείους Χριστιανούς, τους βαπτισμένους, ενώ τα τρία αλλά Ευαγγέλια προορίζονταν κυρίως για τους κατηχουμένους.

Γράφει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, καθηγητής Πανεπιστημίου: «Εις την Εκκλησίαν ο πιστός ως κατηχούμενος διέβαινε πρώτον το στάδιον της καθάρσεως καθ' ό εδιδάσκετο να διακρίνη μεταξύ τών ενεργειών τού Θεού και των κτισμάτων και δη τού διαβόλου και να συνεργάζεται ούτω με τον Θεόν διά την κατατρόπωσιν της ατελείας και επίτευξιν της τελειότητος βάσει της Παλαιάς Διαθήκης και τών ευαγγελίων τού Μάρκου, Λουκά και Ματθαίου κυρίως. Εν συνεχεία εβαπτίζετο γενόμενος νεοφώτιστος και εδιδάσκετο από το Πάσχα μέχρι της Πεντηκοστής τα μυστήρια της βασιλείας τού Χριστού βάσει τού ευαγγελίου τού Ιωάννου, και εστερεοποιείτο εις το στάδιον τού φωτισμού και ηδύνατο να προχώρηση υπό την καθοδήγησιν δεδοκιμασμένου γέροντος εις το στάδιον της θεώσεως ή ενώσεως ή θέας ή θεωρίας, δηλαδή εις τα ανώτερα εν τη ζωή ταύτη στάδια της τελειώσεως καθ' α μετέχει ακόμη διά της οράσεως εις την δόξαν και βασιλείαν τού Θεού» (Ιωάννη Σ. Ρωμανίδη: Ρωμηοσύνη, εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1975, σελ. 308, σημ. 59).

Και οι επιστολές τού Αποστόλου Παύλου εγράφησαν και εστάλησαν στις εκκλησιαστικές κοινότητες για να επιλύσουν σοβαρά θέματα που τις απασχολούσαν. Δεν είχαν πρόθεση οι Απόστολοι να παρουσιάσουν συστηματικά την διδασκαλία την όποια παρέλαβαν από τον Θεό, γι' αυτό και η Αποκάλυψη δεν ταυτίζεται απολύτως με την Αγία Γραφή, όπως θα παρατηρηθή κατωτέρω. Υπάρχουν θέματα τα οποία, λόγω τού ότι δεν αντιμετωπίσθηκαν ως προβλήματα, δεν γράφονται μέσα στην Καινή Διαθήκη. Στο σημείο αυτό στηρίζονται οι Πατέρες, και ιδίως ο Μ. Βασίλειος, που κάνει λόγο για την Παράδοση που παραλάβαμε και είναι ισοστάσια με την Γραφή.

Η άποψη ότι η Αποκάλυψη είναι ο λόγος τού Θεού, που προσφέρει την γνώση όλων τών μυστηρίων και ότι η Αγία Γραφή δεν ταυτίζεται απολύτως με τον λόγο τού Θεού, και ακόμη ότι αυτή η Αποκάλυψη παραδίδεται με «ρητά και με νοήματα», διδάσκεται από πολλούς αγίους Πατέρες. Όμως στο σημείο αυτό θέλω να παρουσιάσω την διδασκαλία τού αγίου Συμεών τού Νέου Θεολόγου, όπως την εκθέτει στον Γ΄ ηθικό του λόγο (SC 122, σελ. 390-440). Η διδασκαλία αυτή είναι πολύ εκφραστική.

Ο άγιος Συμεών, εξηγώντας το τι ακριβώς είναι τα άρρητα ρήματα που άκουσε ο Απόστολος Παύλος, όταν ηρπάγη στον Παράδεισο, γράφει τα ακόλουθα αξιοπρόσεκτα για όσα θίγονται στο σημείο αυτό.

Ο Θεός αποκαλύπτει τον Εαυτό Του και γενικά όλα τα μυστήρια της Βασιλείας Του στην ψυχή τού ανθρώπου. Η λογική και αθάνατη ψυχή είναι μία. Και αυτή η ψυχή «πάσα αίσθησις έστιν, εν εαυτή δηλαδή πάσας εί τινες εισίν έχουσα» (σελ. 404). Όλες οι αισθήσεις της ψυχής είναι μία και εκεί γίνεται αυτή η φανέρωση τού Θεού. Έτσι ο ένας Θεός «τη μια και λογική ψυχή δι' αποκαλύψεως οφθήσεται, παν αγαθόν ταύτη αποκαλύπτεται και δια πασών τών ταύτης αισθήσεων ομού εν τω αυτώ οράται τούτο αυτή, βλέπεται και ακούεται, και γλυκαίνει το γευστικόν και το οσφραντικόν ευωδιάζει, ψηλαφάται, γνωρίζεται, λαλεί και λαλείται, γινώσκει, επιγινώσκεται και ό,τι γινώσκει νοείται» (σελ. 404). Ο Θεός, επομένως, αποκαλύπτει «παν αγαθόν» στην ψυχή τού ανθρώπου, φανερώνει όλα τα μυστήρια της Βασιλείας Του και ο άνθρωπος αποκτά υπαρξιακή γνώση και εμπειρία τού Θεού. Και εκείνος που ορά τον Θεό γνωρίζει καλά «ότι ορά τούτον ο Θεός» (σελ. 404).

Η Αποκάλυψη, κατά την διδασκαλία τού αγίου Συμεών, ταυτίζεται και συνδέεται με την έλλαμψη. Και αυτή η έλλαμψη γίνεται δια τού Αγίου Πνεύματος. Ο Προφήτης «δια της τού Πνεύματος ελλάμψεως ήτοι αποκαλύψεως τον Κύριον ημών πάντως και Υιόν τού Θεού» επιγινώσκει, «και δια της εξ αυτού υπηχήσεως αύθις τα περί της οικονομίας αυτού» διδάσκεται, «οιονεί την περί αυτού διδασκαλίαν ην εκείθεν» μανθάνει «ιδιοποιησάμενος» (σελ. 406). Γι' αυτό τονίζουμε ότι η πλήρης Αποκάλυψη των αληθειών της Πίστεως δόθηκε την ημέρα της Πεντηκοστής στους Αγίους Αποστόλους και ακόμη ότι κάθε νέα θεωρία τού Θεού από τους αγίους είναι ουσιαστικά βίωση της Πεντηκοστής. Έτσι η ύψιστη μορφή της Αποκαλύψεως είναι η Πεντηκοστή, όταν δηλαδή ο άνθρωπος με την δύναμη και ενέργεια τού Παναγίου Πνεύματος γνωρίζη τον Θεό και ενώνεται μαζί Του.

Η Αποκάλυψη αυτή στον άνθρωπο λέγεται έλλαμψη και θεωρία. Και αυτή η θεωρία προσπορίζει στον άνθρωπο την αληθινή γνώση τού Θεού. Όλες οι εσωτερικές πνευματικές αισθήσεις αποκτούν αυτήν την γνώση τού Θεού. Επομένως η γνώση τού Θεού δεν είναι μια κίνηση και ενέργεια της λογικής, αλλά μια κοινωνία όλης της ψυχής και αυτού ακόμη τού σώματος με τον Θεό. Γι' αυτό οι άγιοι, κατά τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, αποκαλούν «την θεωρίαν γνώσιν και την γνώσιν πάλιν θεωρίαν», καθώς επίσης αποκαλούν «την ακοήν όρασιν και την όρασιν ακοήν» (σελ. 404). Έτσι η όραση τού Θεού είναι και ακοή και η ακοή τού Θεού είναι και όραση τού Θεού. Στην Μεταμόρφωση τού Χριστού πάνω στο όρος Θαβώρ και η ακοή τής φωνής τού Θεού «ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός» ήταν θεωρία τού Θεού. Όραση (θεωρία) και ακοή τίθενται εναλλάξ στην Αγία Γραφή. «Ούτω τοίνυν η θεία Γραφή και την θεωρίαν τού Θεού ακοήν και την ακοήν αντί θεωρίας συνήθως τίθησιν» (σελ. 406). Και αυτή η ακοή και η θεωρία είναι γνώση. «Ώστε ακοήν την εν τη θεωρία τής δόξης τού Πνεύματος εγγινομένην ομού διδασκαλίαν και γνώσιν λέγει» (σελ. 406).

Η Αποκάλυψη όμως τού Θεού δεν προσφέρεται σε όλους τους ανθρώπους, όπως δίδεται η ευκαιρία σε πολλά σημεία τού βιβλίου αυτού να υπογραμμίσουμε, αλλά μόνον σε όσους είναι κατάλληλα προετοιμασμένοι να δεχθούν αυτήν την έλλαμψη και γνώση τού Θεού. Αναλύοντας ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος την παραβολή τού Χριστού, σύμφωνα με την οποία εξεδιώχθη από τον γάμο ο μη έχων ένδυμα γάμου, γράφει ότι με αυτό έδειξε ο Κύριος «ότι ουδείς εκεί μελανηφορών εισελεύσεται» (σελ. 414). Το ότι εισήλθε και στην συνέχεια εξεβλήθη έξω δεν σημαίνει ότι έκανε λάθος ο αλάθητος, «αλλ' ότι ούπω καιρός ην αποκαλύψαι τα τοιαύτα μυστήρια» (σελ. 416). Μόνον οι άξιοι, οι καθαρθέντες, είναι δεκτικοί αυτής τής Αποκαλύψεως, γιατί, όπως υπογραμμίζει ο άγιος Συμεών, οι ελλάμψεις «τοις αξίοις εκφαντικώτερόν τε και τρανότερον» αποκαλύπτονται (σελ. 400).

Ο λόγος και τα ρήματα που άκουσε ο Απόστολος Παύλος, κατά τον άγιο Συμεών, είναι «αι μυστικαί και επ' αληθώς ανέκφραστοι δια τής ελλάμψεως τού αγίου Πνεύματος, θεωρίαι τε και υπερμεγαλοπρεπείς άγνωστοι γνώσεις, ειτ' ουν αθέατοι θεωρίαι τής υπερφώτου και υπεραγνώστου τού Υιού και Λόγου τού Θεού δόξης τε και θεότητος» (σελ. 398-400). Έτσι λόγος και ρήματα είναι αυτή η ίδια η Αποκάλυψη, η οποία ταυτόχρονα είναι και άγνωστη γνώση και ανέκφραστοι, «αθέατοι θεωρίαι τής υπερφώτου και υπεραγνώστου» θεότητος τού Χριστού.

Αυτός όμως ο λόγος και τα ρήματα, που είναι η θεία Αποκάλυψη, είναι άφραστα. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, είναι σαφής όταν τονίζη ότι «το ρήμα τού Θεού και ο λόγος αυτού, δια τού στόματος αυτού εξερχόμενος (δηλαδή δια τού Αγίου Πνεύματος) άφραστος εστι παντελώς ανθρωπίνη γλώσση και ακοή σαρκίνη πάντη αχώρητος, ου μόνον δε, αλλά και εις την αίσθησιν αυτής μη δυνάμενος ελθείν, τής αισθήσεως δηλονότι μη ισχυούσης αισθανθήναι τα υπέρ αίσθησιν» (σελ. 396). Ο λόγος, λοιπόν, και το ρήμα είναι άφραστα. Δεν μπορούν τελείως να εκφρασθούν. Με άλλα λόγια οι Αποκαλύψεις τού Αγίου Πνεύματος δεν μπορούν στην τελειότητα να διατυπωθούν με «ρήματα» και «νοήματα». Γι' αυτό τονίζει ο άγιος ότι «ουδέ εν των βλεπομένων η ακουσμένων, καθώς ταύτα ορά και ακούει, οίον εστι και οία ειπείν ποτέ δύναται. Δια τούτο και γλώσση ταύτα λαλήσαι αδύνατον είναι προσέθηκεν» (σελ. 408).

Με όλα αυτά φαίνεται καθαρά ότι η Αγία Γραφή δεν είναι λόγος τού Θεού. Δεν ταυτίζεται ο λόγος του Θεού πλήρως με την Αγία Γραφή. Η Αγία Γραφή είναι λόγος περί τού λόγου τού Θεού, αφού ο λόγος και το ρήμα είναι αυτή η ίδια η Αποκάλυψη και η Αποκάλυψη είναι αδύνατον να εκφρασθή τελείως. Η Αγία Γραφή δεν είναι Αποκάλυψη, αλλά λόγος περί της Αποκαλύψεως. Δεν είναι Πεντηκοστή, αλλά λόγος περί της Πεντηκοστής. Βεβαίως η Αγία Γραφή περιλαμβάνει «ρήματα και νοήματα», αλλά η Αποκάλυψη, που δέχεται κάθε άγιος κατά την θεωρία τού Θεού, είναι υπερτέρα της Αγίας Γραφής. Το ίδιο γίνεται, όπως θα σημειωθή πιο κάτω, και στους όρους των Οικουμενικών Συνόδων. Η εμπειρία των αγίων είναι υπερτέρα των όρων και αυτών ακόμη τών Οικουμενικών Συνόδων. Έτσι, όπως υπογραμμίζεται πολλές φορές στο βιβλίο αυτό, η Αγία Γραφή δεν είναι πηγή της πίστεως, γιατί πηγή της πίστεως είναι η εμπειρία και η Αποκάλυψη, που δέχονται οι άγιοι, και επομένως η Αγία Γραφή δεν μπορεί να ερμηνευθή έξω από την εμπειρία τών θεουμένων αγίων, αυτών δηλαδή που εδέχθησαν και δέχονται στην προσωπική τους ζωή την Αποκάλυψη και έτσι γνώρισαν όλα τα μυστήρια της Βασιλείας τού Θεού. Αυτοί είναι άξιοι και δεκτικοί της Αποκαλύψεως.

Ο π. Αθανάσιος Γιέβτιτς γράφει εκφραστικά: «Το κείμενο της Αποκαλύψεως δεν είναι «πηγή» της θεολογίας. Είναι μόνο η θεόπνευστη, έλλογη μαρτυρία περί τού οραθέντος και βιωθέντος και γνωσθέντος, κατά το μέτρο της πίστεως και δεκτικότητος της ζώσης προσωπικότητος η οποία περί αυτού μαρτυρεί και τών ζωντανών προσώπων στα οποία η μαρτυρία αυτή απευθύνεται» (Σύναξη τεύχος 3 σελ. 19).

Ο καθηγητής π. Ιωάννης Ρωμανίδης σημειώνει γι' αυτό το σημείο: «Η ιδέα ότι η Γραφή δύναται να ταυτισθή προς την αποκάλυψιν είναι ου μόνον γελοία από πατερικής απόψεως, αλλά και καθαρά αίρεσις. Η Γραφή δεν είναι αποκάλυψις, αλλά λόγος περί της Αποκαλύψεως. Η Γραφή είναι το μοναδικόν κριτήριον της αυθεντικής (γνησίας) Αποκαλύψεως, αλλ' η αποκάλυψις δεν περιορίζεται, ακόμη και χρονικώς, εις την Γραφήν. Η Πεντηκοστή είναι η τελική και υψίστη μορφή της Αποκαλύψεως, ότε το Άγιον Πνεύμα ωδήγησε τους αποστόλους εις πάσαν την αλήθειαν, ως επηγγέλθη τούτο ο Χριστός, αλλ' η Πεντηκοστή δεν είναι γεγονός άπαξ λαβόν χώραν εν τη ιστορία, αλλά συνεχιζόμενη εμπειρίακαι συμμετοχή εντός της Εκκλησίας εις τον δοξασμόν τού Χριστού και υπό τού Χριστού χορηγηθέντα ως δώρον εις εκείνους, οίτινες επέτυχον διαφόρους βαθμούς τελειότητος δια της μεταβάσεώς των από της καθάρσεως εις τον φωτισμόν, όστις καταλήγει εις υψηλοτέρας μορφάς θεωρίας, τ. ε. εις την θέωσιν ή την δόξαν.

Άλλαις λέξεσιν, η εμπειρία των αποστόλων κατά την Πεντηκοστήν μεταδίδεται ως ο πυρήν της παραδόσεως από γενεάς εις γενεάν κατά τοιούτον τρόπον, ώστε η Ορθόδοξος Εκκλησία κατέχει εν τω μέσω της ζώντας μάρτυρας τού εν Χριστώ δοξασμού, οίτινες δια τούτο έχουν την κατά το δυνατόν πλήρη κατανόησιν της Αποκαλύψεως της δόξης τού Θεού εν Χριστώ, τόσον εν τη Παλαιά, όσον και εν τη Καινή Διαθήκη.

Η Γραφή καθ' εαυτήν δεν αποτελεί την άκτιστον δόξαν τού Θεού εν Χριστώ, και επομένως η Γραφή δεν είναι αποκάλυψις. Η Γραφή δεν είναι π.χ. Πεντηκοστή, αλλ' ομιλεί περί της Πεντηκοστής. Ουχ ήττον ο δοξασμός των προφητών, τών αποστόλων και τών αγίων εν τη ανθρωπίνη φύσει τού Χριστού είναι η Πεντηκοστή εις διαφόρους βαθμίδας και επομένως είναι αποκάλυψις. Η Πεντηκοστή είναι δια τον άνθρωπον η τελική μορφή τού δοξασμού εν Χριστώ, ουχί μόνον μεταγενεστέρα εμπειρία, αλλά μάλλον συνεχής εμπειρία εντός της Εκκλησίας, περιλαμβάνουσα λέξεις και εικόνας, ενώ ταυτοχρόνως υπερβαίνει τας λέξεις και τας εικόνας. Άλλαις λέξεσι, περιλαμβάνει το σώμα, τον νουν και τας διανοητικάς δυνάμεις, αλλά συγχρόνως και τας υπερβαίνει τελείως. Δια τούτο ακριβώς η εμπειρία της Πεντηκοστής, ήτις υπερβαίνει τας λέξεις, τας εικόνας, το σώμα και τον νουν, δεν δύναται να συλληφθή ή εκφρασθή δια λέξεων. Επομένως, η σημαντικωτέρα όψις της πεντηκοστιανής Αποκαλύψεως δεν δύναται να ταυτισθή προς την Γραφήν, ήτις αποτελείται εκ λέξεων και εικόνων εννοιοφόρων. Δια τούτο και η εμπειρία της Πεντηκοστής εμπεριέχεται εις την Γραφήν και συγχρόνως υπερβαίνει την Γραφήν, εφ' όσον αυτή δεν αποτελή την πεντηκοστιανήν αποκάλυψιν τής δόξης τού Θεού εν Χριστώ δι' Αγίου Πνεύματος καθ' εαυτήν». (Καθ. Ιωάννη Ρωμανίδη: Κριτική θεώρησις τών εφαρμογών τής Θεολο­γίας εις Πρακτικά τού Β' Συνεδρίου Ορθ. Θεολογίας, σελ. 419-420).

Ο Αρχιεπίσκοπος Σινά παρατηρεί: «Η Αγία Γραφή γράφηκε από τους θεούμενους, στους οποίους αποκαλύφθηκε από τον Θεό η ορθή πίστη.

Η Παλαιά Διαθήκη περιέχει τις ενέργειες τού Λόγου προ τής σαρκώσεώς Του. Η Καινή Διαθήκη περιέχει τις ενέργειες τού Λόγου ύστερα από τη σάρκωσί Του, όπως επίσης και τη διδασκαλία και τα θαύματά Του.

Η ίδια η Αγία Γραφή δεν είναι η «αποκάλυψη» τού Θεού, γιατί αυτή γίνεται μόνο στους θεούμενους. Είναι βιβλίο «περί τής αποκαλύψεως». Δεν είναι ο λόγος τού Θεού, όπως λένε οι προτεστάντες. Είναι βιβλίο «περί τού λόγου τού Θεού», διότι περιέχει την ορθή πίστη όπως την παραδίνουν οι θεούμενοι, οι οποίοι έτυχαν των θείων αποκαλύψεων αμέσως. Είναι, λοιπόν, η Αγία Γραφή μαρτυρία «περί τής αποκαλύψεως».

Όπως όλα τα αλλά «κτιστά ρήματα και νοήματα» είναι θεόπνευστα, έτσι και η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστος και απλανής οδηγός τού λαού τού Θεού στη θέωση. Είναι θεόπνευστη η Αγία Γραφή γιατί γράφηκε από θεοπνεύστους συγγραφείς, τους θεουμένους. Τα συγγράμματα τών αγίων Πατέρων είναι θεόπνευστα, γιατί γράφηκαν από θεόπνευστους και θεοφόρους αγίους Πατέρες. Οι αποφάσεις τών Συνόδων είναι θεόπνευστες γιατί πάρθηκαν από θεόπνευστους και θεοφόρους Πατέρες, από θεουμένους, από Αγίους» (Αρχιεπ. Σινά Δαμιανού: «Ορθοδοξία και Παράδοσις» εις «Εκκλησιαστική Αλήθεια» 85/16-4-1980).

Φαίνεται καθαρά από όσα παρετέθησαν ότι η Αγία Γραφή περιγράφει την εμπειρία της θεώσεως, η όποια και περιγραφόμενη παραμένει άρρητη. Γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Μη πολυπραγμόνει τοίνυν, αλλ’ έπου τοις πεπειραμένοις, μάλιστα μεν έργοις, ει δε μη τούτοις, τοις λόγοις γουν, αρκούμενος ταις παραδειγματικαίς εκφάνσεσιν αυτής. η γαρ θέωσις υπερώνυμος. Διό και ημείς πολλά περί ησυχίας συγγραψάμενοι, νυν μεν τών πατέρων προτρεψάντων, νυν δε τών αδελφών αιτησαμένων, ουδαμού περί θεώσεως αναγράψαι τεθαρρήκαμεν νυν δ’ επείπερ ανάγκη λέγειν, ερούμεν, ευσεβή μεν τη τού Κυρίου χάριτι, παραστήσαι δε ουχ ικανά. και λεγομένη γαρ άρρητος εκείνη μένει, μόνοις ενώνυμος, κατά τους πατέρας φάναι, τοις ευμοιρηκόσιν αυτής» (Γρηγορίου Παλαμά: Συγγράμματα, εκδ. Παναγιώτου Χρήστου, Τόμος Α', σελ. 644).

Ελέχθη προηγουμένως ότι και ο απαρτισμός τού Κανόνος της Καινής Διαθήκης έχει μια ιστορία. Από τους Αποστόλους και τους Ποιμένας τής Εκκλησίας δεν καταβλήθηκε απ' αρχής καμιά προσπάθεια να συγκεντρώσουν σ' έναν τόμο τα κείμενα τής Καινής Διαθήκης. Αυτό έγινε μεταγενέστερα. Παρά ταύτα η Εκκλησία ζούσε και οι Χριστιανοί τών πρώτων εκκλησιαστικών κοινοτήτων είχαν όλη την εμπειρία τής Πεντηκοστής. Σχετικά με τον Κανόνα τής Καινής Διαθήκης γράφει ο καθηγητής Σάββας Αγουρίδης: «Η ιστορία τον Κανόνος τής Κ.Δ. παρουσιάζει ορισμένα δυσχερή αλλά και άκρως ενδιαφέροντα προβλήματα. Η ιστορία τού Κανόνος έχει αναμφιβόλως αρχήν, η δε αρχή αυτή, κατά την κρατούσαν σήμερον άποψιν, είναι η συλλογή τών Επιστολών τον Αποστόλου Παύλου. Αναγνωρίζεται επίσης υπό πάντων, ότι περί τα τέλη τού τετάρτου αιώνος μ.Χ. ο κανών τών γνωστών 27 βιβλίων της Κ. Διαθήκης είχε πλέον αποτελεσθή. Τι συνέβη όμως κατά την μεταξύ τών δύο τούτων ορίων περίοδον; Η ιστορία τού Κανόνος κατά την εν λόγω περίοδον εγείρει ορισμένα προβλήματα, η εξέτασις τών οποίων είναι δύσκολος και η λύσις έτι δυσχερεστέρα. Ιδού μερικά τοιαύτα προβλήματα: Εις ποίον ακριβώς σημείον της περιόδου αυτής ανεφάνη η ιδέα τού Κανόνος της Κ. Διαθήκης; Ποία ήτο η σύνθεσις τού πρώτου αυτού κανόνος; Η ιδέα αυτή τού Κανόνος της Κ.Δ. ήτο προϊόν εξελίξεως η ανεφάνη αιφνιδίως; Υποστηρίζεται υπό πολλών ερευνητών ότι εις τον Ιουστίνον, τον φιλόσοφον και μάρτυρα, περί το 150 εν Ρώμη, απουσιάζει η έννοια τού κανόνος. Μετά είκοσιν όμως η τριάκοντα έτη, εις τον Ειρηναίον ο Κανών της Κ. Διαθήκης είναι μία πραγματικότης. Εάν το πράγμα έχη ούτως, διερωτάται τις τι ακριβώς συνέβη μεταξύ 150 και 180 μ.Χ. εν σχέσει προς τον Κανόνα; Ποία ακριβώς στάδια ηκολούθησεν η ιστορική πορεία τού κανόνος μέχρι τού τέλους τού 4ου αιώνος;» (Σάββα Αγουρίδη: Εισαγωγή εις την Κ. Διαθήκην, εκδ. Γρηγόρη, σελ. 58).

Από όσα παρετέθησαν καθίσταται σαφές ότι η Εκκλησία συγκρότησε τον Κανόνα της Καινής Διαθήκης, και μάλιστα μέσα σε μια μεγάλη περίοδο, αυτή ξεχώρισε τα κείμενα και παρέλαβε όσα εκείνη νόμισε. Γι’ αυτό το θέμα θα μιλήσουμε πιο κάτω.Εδώ πρέπει να υπογραμμισθή δεόντως ότι η Αγία Γραφή μόνη της δεν είναι η μοναδική «πηγή» της πίστεως.Απλώς περιλαμβάνει κείμενα αυθεντικά που περιγράφουν την εμπειρία την οποία έχουν οι άγιοι συγγραφείς τών κειμένων και μάλιστα όχι όλη την εμπειρία, αλλά αυτήν που σχετίζεται με τα προβλήματα που απασχολούσαν τους Χριστιανούς τών εκκλησιαστικών κοινοτήτων.



ΠΗΓΗ: w http://orthodoxesanazitiseis1.blogspot.com/2013/01/blog-post_4512.html#ixzz2cDRkMT4w